>>> Nίκος Νικολαΐδης: «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα», το πρωϊνό της 22ας Απριλίου 1967: Απριλίου 21, 2008
Posted by J.McManus in Σινεφιλία κλπ.trackback
…Σκορπίσανε μερικοί κάτω προς Σκουφά κι άλλοι φωνάξανε – έρχονται τα τανκς
Στον δρόμο προς το Χαλάνδρι ούτε ένα αυτοκίνητο ούτε γάτα αδέσποτη και μια ησυχία πανικού λίγο πριν την πάνω πλατεία έξω από ’να καφενείο ήταν μαζεμένοι πεντ’ έξη είπα στη Στέλλα να σταματήσει και πετάχτηκα έξω πίσω μου κι αυτή μη χάσει – τι γίνεται ρε παιδιά;
Κατεβήκανε τα τανκς στην Αθήνα –μας δέσαν οι συνταγματάρχες– ποιοι συνταγματάρχες ρε οι στρατηγοί με τον βασιλιά…
- Αντώνη έλα αμέσως μέσα τσίριξε μια γυναίκα απ’ τον δεύτερο όροφο και φύγαμε. Της είπα να μη βγει στους κεντρικούς δρόμους και πάμε για Σύνταγμα. Χωθήκαμε στα στενά μέχρι που πέσαμε σε μια διασταύρωση έξω από ’να τμήμα να βγαίνουν τρεχαλητοί στο μισοσκόταδο μπάτσοι με γκρίζα κράνη κι οπλισμένοι –φεύγα της φώναξα και περάσαμε πατημένοι το σταυροδρόμι και μετά σκέφτηκα ότι είχα ξεχάσει να ξεφορτώσω απ’ το αμάξι το φιλμ του Στάθη– έτσι και μας πιάσουνε την βάψαμε.
ΡΕΟ από το Γουδί
Κοντά στους Αμπελόκηπους, γκρουπάκια μούρες σκοτεινές προφυλαγμένες στις γωνιές σκάγανε μύτη κολλητά στους τοίχους προς τη λεωφόρο και κόβαν την κίνηση της ερημιάς – μύριζε πανικός και άνοιξη τα σινεμά είχανε σβήσει τα φώτα τους με τα ρολλά κατεβασμένα μας προσπέρασε ένα χακί στρατιωτικό τζιπάκι έδωσα μια τζούρα απ’ το τσιγάρο μου στη Στέλλα το πρόσωπό της είχε σκληρύνει τέρμα τσιτωμένη. Στα διακόσια μέτρα έκοβε η Αλεξάνδρας και τότε σκάσανε από Γουδί μεριά τρία πατημένα ΡΕΟ προς τα κάτω. Στρίψαμε γρήγορα σε μια παράλληλο και βγήκαμε στην πλατεία – κάτι τύποι εκεί κάτω καμμιά εικοσαριά αλλού γι’ αλλού το ψάχνανε αραχτοί στις πολυθρόνες του μπιντέ και γενικά στα παπάρια τους παρκάραμε πρόχειρα στο πεζοδρόμιο βγήκαμε και κολλήσαμε σε κάτι όρθιους πηγαδάτους… και ξαφνικά άρχισε η πλατεία να τρέμει μετά βουητό μεταλλικό ερχότανε βαρύ απ’ τη Βασιλίσσης Σοφίας –σκορπίσανε μερικοί κάτω προς Σκουφά κι άλλοι φωνάξανε– έρχονται τα τανκς και την κάναν πίσω για την ανηφόρα αφήνοντας τα ποτά τους απλήρωτα.
Επιασα τη Στέλλα μετά αυτή γλίστρησε το χέρι της και μ’ άρπαξε απ’ το μανίκι κι ανοίγοντας δρόμο μες απ’ τον πανικό χωθήκαμε στο Μόρρις –κάνε το γύρο και βγες στη Λεωφόρο της είπα περάσαμε μπροστά απ’ το κλειστό Βυζάντιο ένας ανέβαινε τρέχοντας κι έπεσε δίπλα στ’ αμάξι– που πάτε ρε παιδιά, κατεβαίνουν τανκς τη φωνή του έσκισε το ουρλιαχτό μιας σειρήνας ή άσφαλτος νόμιζες θα σπάσει –και φάνηκε το πρώτο τανκς με τους προβολείς του αναμμένους και πίσω του άλλα τέσσερα– μέσα απ’ τα ανοιχτά κουβούκλια σκάγανε κάτι μαυροσκούφηδες μ’ ακουστικά στ’ αυτιά βλοσυροί και τσιτωμένοι λες και κάναν απόβαση στην Ιζοβίμα οι καραγκιόζηδες – πήγαιναν κάτω για το Σύνταγμα… Οταν περάσανε, πήραμε το δρόμο πίσω – της είπα να βρούμε ένα περίπτερο να πάρουμε μπαταρίες για το τρανζιστοράκι της.
Πάμε σπίτι; Με ρώτησε.
Αυτό να κάνουμε γιατί κουβαλάμε και το φιλμ του Στάθη και μετά την κοίταξα και γέλασα – φιλενάδα στούπιτ-κιούπιτ τους πιάσανε στον ύπνο άσ’ τους τώρα να καθαρίσουνε εμείς πάμε στο ποταμάκι μας. Κι έτσι μέσα από στενάκια έρημες ανθισμένες πλατειούλες εφιαλτικές λεωφόρους με στρατιωτικά να περνάν σφυρίζοντας τζιπάκια ΡΕΟ πλατφόρμες φορτωμένες τα ερπυστριοφόρα φτάσαμε μετά δυο ώρες στον χωματόδρομο οι πόθοι μας μαζί και τα όνειρά μας –στα μάτια της φεγγίζανε του φεγγαριού οι αναλαμπές κι η αφρισμένη θάλασσα ή ολόγυρά μας που λέει κι ο ποιητής– μπαταρίες βέβαια δε βρήκαμε πουθενά.
Η Στέλλα είχε ψιλολαλήσει… περπατούσε πάνω κάτω κάθε τόσο σήκωνε το ακουστικό και μετά το κοπάναγε με δύναμη πάνω στη συσκευή. Εφτιαξα δυο ουίσκι και την φώναξα δίπλα μου στον καναπέ. Στη μέση του ποτηριού μου ’ρθε η νύστα και κοιμήθηκα κι όταν ξύπνησα έξω είχε ξημερώσει και βρήκα τη Στέλλα στον κήπο ακουμπισμένη πέρα σε μια παλιά πέργκολα τη ρώτησα αν κοιμήθηκε καθόλου μου είπε λίγο γιατί ροχάλιζα μπήκα μέσα άναψα τον θερμοσίφωνα κι έφτιαξα δυο καφέδες της πήγα τον έναν έξω και πήρα τον άλλον και χώθηκα στην τουαλέττα ξυρίστηκα γδύθηκα και χώθηκα στο μπάνιο να πλυθώ να λουστώ να φύγει η μπίχλα της κακιάς νύχτας.
Μετά φόρεσα καθαρά ρούχα έβαλα τον Ντιουκ Ελινγκτον στο πικ-απ πήρα τον υπόλοιπο καφέ μου και την άραξα στο περβάζι στο παράθυρο του κήπου άναψα ένα τσιγάρο και μείνανε εννιά μες στο πακέτο μου.
Ακουσε τη μουσική και ήρθε μέσα κοίταξε το πικ-απ μετά εμένα –έκανες μπάνιο; Με ρώτησε– ναι άφησες καθόλου νερό; – πολύ και μετά έφυγε και χώθηκε στην τουαλέτα μόνο που πάντα άφηνε ανοιχτή την πόρτα να μιλάμε αυτήν την φορά την έκλεισε. – Θα της περάσει κι αν δεν της περάσει με βλέπω να κόβω ρόδα μυρωμένα εδώ μέσα γιατί αρχίζω και βαριέμα τα μουτράκια της. –Αρκετά.
——————————————————————————–
Hμερομηνία : 27-01-2008
Copyright: http://www.kathimerini.gr
Διάβασε επίσης και το πολύ ωραίο ποστ του >>> suigenerisav γιά το συγκεκριμμένο βιβλίο του συγχωρεμένου.

*****

******

Σύντροφοι,
έχω απ' ένα πόστερ με όλους εσάς στο σπίτι μου!
ΤΣΕ






Νέο Γήπεδο; Γιατί όχι!



Άψογο το απόσπασμα -καθαρό μάτι, από έναν καθαρό άνθρωπο. Το βιβλίο το πήρες ή να στο κάνω δώρο το Πάσχα αντί για λαμπάδα; Μάλλον οτι καλύτερο θα κυκλοφόρησε (και θα κυκλοφορήσει) φέτος.
Eυχαριστώ πολύ διά την ευγενική σου κίνηση… Aν και νομίζω πως εσύ δικαιούσαι δώρο! Δεν είσαι εορτάζων; [Τάσος, αν δεν κάνω λάθος;]
Α ρε Μακμάνους, με έφτιαξες πρωί πρωί με το απόσπασμα.
Από τα βιβλία που σε συνεπαίρνουν. Το διαβάζω αυτές
τις μέρες.
Χαίρομαι που βάλατε αυτό το κομμάτι, το πρωί της 22ας Απριλίου 1967, μόνο Duke Ellington θα ταίριαζε μετά από μια τέτοια νύχτα.
Ό,τι θα έκανε ίσως και ένας Γερμανός συγγραφέας εκεί γύρω στο 1930 και κάτι..ατμοσφαιρικά δρων στους δικούς του χρόνους και ρυθμούς.
Χαχα -όχι ρε, όχι Τάσος. Πέρασε η γιορτή μου, όπως και η δική σου -οπότε αν βρεθούμε ποτέ για μπύρες, θα πληρώσουμε ο καθένας το λογαριασμό του άλλου.
Σωστά! Τάσος είναι ο Κύριος Υλός!
Επειδή ο Μοτοσακός είναι ταπεινόφρων…
“Και εθνικόφρων”, που έλεγε ο Βαλαβανίδης σε ένα σήριαλ. “Και δεξιά και στο κέντρο και αριστερά”.
[...] του κάπου εδώ. Αν θες υπάρχει ακόμα ένα απόσπασμα στον Mac Manus ενώ αν είσαι αχόρταγος μπορείς να διαβάσεις ακόμα ένα [...]