jump to navigation

“ Δίνεται προς αντιπαροχή” Μαΐου 22, 2008

Posted by J.McManus in Πορδές στον άνεμο!.
trackback

 Κατεβάζοντας και λύνοντας τις τελευταίες σκαλωσιές το πολυεθνικό συνεργείο εργατών με την ακατάλυπτη Σλάβικη γλώσσα, απεκαλύπτετο η λαμποκοπούσα φρεσκοβαμμένη ώχρα απ’ το έντονο πορτοκαλοκόκκινο της δύσης του ήλιου, κι αντί να θαυμάσω την ανακαινισμένη προγονική κατοικία μου, το μυαλό μου ταξίδεψε στο Α’ Νεκροταφείο και στον τάφο του γέρου:

 - “ Μάστρο Γιάννη είδες τι όμορφα είναι αυτά τα γήινα χρώματα κι εσύ γιά χρόνια επέμενες στην μούχλα της γκριζάδας; Με τον θαλασσινό ιδρώτα σου σηκώθηκε το δίπατο, αλλά εσύ δεν πρόλαβες να το δείς τόσο όμορφο….”

 Χρωματισμούς που΄χα ζηλέψει παρατηρώντας τα οικοδομήματα της Κέρκυρας αλλά και μετέπειτα τις Ιταλικές κατοικίες στα ταξείδια μου στην Ρώμη. Φυσικά από το να το φανταστείς μέχρις να το υλοποιήσεις, ξαφνικά και μέσα σε μιά δεκαετία: όλη η Αθήνα περιχύθηκε στην πορτοκαλοκίτρινη_ώχρα. Η μόδα ξεπέρασε τα όνειρά μου κι από πρωτοπόροι βρεθήκαμε ουραγοί κι “ αντιγραφείς”, ελλείψει μοδένας…

 Μεταξύ μας, αν δεν επισκευαζόταν ΚΑΙ φέτος την άνοιξη, άλλο χειμώνα δεν θα τον άντεχε το ανεμοδαρμένο και με τους κρεμασμένους σοβάδες στα πλάγια του κτίριο, που θύμιζε ξεχασμένο κάτοικο της Σπιναλόγκας. Ο “ παράνομος” μπουκ  της γειτονιάς είχε κυκλοφορήσει κουπόνι γιά το πότες θα γκρεμιστεί και θα δοθεί αντιπαροχή το διώροφο των Βαρδήδων, αλλά φευ όλοι οι παίχτες του θα πήγαν στον κουβά.

 Δόθηκε ακόμα μιά μικρή παράταση ζωής στο σημερινό φτωχικό μας! Φτωχικό που πρόλαβε κι έζησε αρκετές μέρες δόξας στις δεκαετίες: ΄50-΄60-΄70 στο Κεντρικό Χαλάνδρι. Χαλάνδρι που από κοινότητα μετετράπη σε Δήμο αμέσως μετά τον πόλεμο κι ώσπου οι ντόπιοι Αρβανίτες καθώς κι η πρώτη κοινότητα εωτερικών μεταναστών από την Νάξο (ονομαστές οι “ Ναξιώτικες” πατάτες Χαλανδρίου στα χρόνια του Μεσοπολέμου) ανταμώσουν με τους μεταπολεμικούς νέους εποίκους του, που γιά τον άλφα ή βήτα λόγω εγκετέλειψαν τα πατρογονικά τους στο Κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά και μετεκόμισαν στα χωράφια του Ευριπίδη.

 Η αιτία της δικής μας οικογενειακής -εσωτερικής- μετανάσταυσης (του παππού μου δηλαδής, που ποτές μου δεν γνώρισα) ήταν οι βομβαρδισμοί των Εγγλέζων στην περιοχή Καραβά του Πειραιά όπου και βρίσκονται οι αρχικές ρίζες μας. Κι έτσι πήρε των ομματιών του ο Χαραλάμπης που λέτε, τα πολλά και τα λίγα του: γυναίκα και παιδιά, κι ήρθε να χτίσει σε ένα χτηματάκι που΄χε αγοράσει προπολεμικά στα Βόρεια. Επί γης παράδεισος!

 Τόσο παράδεισος, που΄κτισε το σπίτι ανάποδα: μπροστά στον δρόμο [δίχως να προνοήσει ΤΙ θα γενεί ο έρημος τότες δρόμος σε 2-3 δεκαετίες] κι άφησε τον μεγάλο ακάλυπτο κήπο στο πίσω μέρος, διά να μην πειράξει τις δύο αιωνόβιες ελιές! Ελιές που ακόμα ζούνε και βασιλεύουν, ιερό δένδρο διά μας τους Έλληνες, που ουδείς σκέφτεται να τις κόψει, αμαρτία γιά τον Θεό, και που ταλαιπωρούν το αναπνευστικό μου σύστημα κάθε άνοιξη, εδώ και χρόνια.

 Αν η πουτάνα η Θεά Αθηνά έχανε στην κόντρα της με τον Ποσειδώνα: η Αθήνα θα λεγόταν σήμερα: Ποσειδωνία και το ελαιόλαδο κι όλα τα παραγωγά του θα τα΄χαμε κλασμένα ως φυλή κι έθνος ανάδελφον. Θα “ τρώγαμε” σπορέλαια από την Ουκρανία! Τι τερτίπια κάνει αυτή η ιστορία ρε παιδί μου… (έστω και η μυθολογία, μην τα πολυψειρίζουμε τώρα)

 Σημασία έχει ότι ο παππούς έκτισε το νέο τους σπίτι στο Χαλάνδρι, αλλά η μάνα μου ποτές δε χώνεψε το “ κωλοχωριό” όπως το αποκαλεί μέχρις και σήμερα που΄χει μετατραπεί στην καλύτερη αγορά της Αθήνας. Βέρα Πειραιώτισα, απόφοιτος της Κατρανίδου (να θυμηθώ να της κατεβάσω το βιβλίο του Τζούμα να της ξυπνήσει παιδικές αναμνήσεις) ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες που οδηγούσαν, αλλά και πίο πριν, ως νέα: έπαιρνε το λεωφορείο και κατέβαινε μέσα σε μισή ώρα/δεκαπέντε λεπτά ήταν με τ’ αμάξι, στην αγαπημένη της αγορά του Λιμανιού, που όλοι γνωριζόντουσαν με τα μικρά τους ονόματα. Ο παππούς διατηρούσε καφενείο βλέπετε (κυλικείο το λέμε σήμερα) μέσα σε μιά στοά μεγάρου με δεκάδες γραφεία κι εμπορικά στους ορόφους του. Κλείσε τα μάτια σου και φέρε στο μυαλό σου το Μέγαρο Πιπιλή του “ Δέκα”. Κάτι τέτοιο.

 Αλλά το χειρώτερο γεγονός που στιγμάτισε διά βίου τα αισθήματα της μητρός μου γιά το νεόκοπο προάστιο, ήτο ότι ένα λαμόγιο της περιοχής τους πούλησε (μιάς κι ο παππούς έβλεπε ότι επρόκειτο να μονιμοποιηθεί/εγκατασταθεί στην Βορειοανατολική Αττική και δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει πίσω στο λιμάνι) ένα κτήμα που δεν του ανήκε. Ένα χωράφι της Εκκλησίας που το προόριζαν γιά Νεκροταφείο, αλλά τελικά εκεί μετεφέρθη ο σημερινός, νέος: Άγιος Γεώργιος, επί της Αγίας Παρασκευής. Αγοροπωλησία μαϊμού που διεξήχθη με χρυσές λίρες και μετά έπεσε ΟΛΟ το παληό Χαλάνδρι στα πόδια του παππού, να μην κάνει τίποτα (νομικώς εννοούμε) στο κατά-τα-άλλα-καλό-παιδί κι ότι θα του τα επιστρέψει λίγα-λίγα τα λεφτά της “ αγοράς” που εφαγώθησαν αυθορεί και παραχρήμα (να΄ταν κι άλλα δηλαδής). Κι έτσι ο Χαραλάμπος, Κομματάρχης της Δεξιάς, έκλεισε τα μάτια διά να μην δυσαρεστήσει το πόπολο και χαθούνε και ψήφοι. Προπύργιο των μπουραντάδων και των Ταγματασφαλιτών ήτο η μεταπολεμική κεντρική πλατεία Αγίου Νικολάου, όπου οι νικητές του εμφυλίου Φασίστες κυκλοφορούσαν με το όπλο επιδεικτικά ν’ εξέχει όξω από το ζωνάρι… Που να τα βάλεις και μαζί τους…

 Αλλά ο κομματάρχης παππούς κάθε βδομάδα τραπέζωνε την ντόπια νομεκλατούρα η οποία με την σειρά της (σαν τη σημερινή διαφήμιση κινητής τελεφωνείας) πέρναγε καθημερινώς από την οικία μας διά το “ έκτακτον” τηλεφώνημά της! Είχε φροντίσει ο γέρος με τα μέσα που διέθετε στην ΕΡΕ να βάλει από τους πρώτους γραμμή στο σπίτι. Ακόμα και σήμερα όταν λέω το νούμερο 6812 (που το φυλλώ ως κόρη οφθαλμού) αντί του συνήθες γιά την περιοχή: 6815-6816 κλπ, όλοι με κοιτούν με απορία: “ Μα πόσο παληοί Χαλανδραίοι είστε ρε σείς;”

 Πολύ παληοί ρε φίλε! Μην το συζητάς!! Όσο οι πέτρες και τα χαλίκια! Άσφαλτο δεν γνώρισα στα μικρά_τα μου. Αργότερα στρώθηκε, που η όλη διαδικασία κρατούσε μέρες μη πω βδομάδες και δεν υπήρχε μέρα που να μην γυρίσω σπίτι με τα πεδιλάκια μου μέσα στις πίσσες, γεγονός που απέφερε και σφαλιάρες πέραν από την καθιερωμένη μουρμουρομανούρα.

 Οι δρόμοι πάνω από την Κεντρική πλατεία, μέχρι το Νέον ή Άνω Νέον αργότερα (πλατεία Κέννεντυ) περιοχή “ Πατούσα” αν αγαπάτε, είχαν αψεγάδιαστη, γεωμετρική ρυμοτομία. Τύφλα να΄χει το Μανχάτταν. Oυδεμία σχέση με την κακομορφία και την χύμα-στο-κύμα αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει το σημερινόν: Κάτω Χαλάνδρι. Κι ΟΛΟΙ τους δοσμένοι, ως νεοσύστατο προάστιο που ήμεθα, στην μνήμη του κλέους της Αρχαίας μας κληρονομιάς μ’ ονόματα που στο άκουσμά τους βάζουν τα κλάμματα οι Αφοί Γεωργιάδη: Αριστοφάνους, Αριστοτέλους, Αριστείδου, Σωκράτους κλπ κλπ. Μορφωμένος/η είσαι, καταλαβαίνεις τώρα.

 Του δικού μας, ωραιοτάτου και μακρύ δρόμου που ξεκίναγε από την Πλατεία, πέρναγε από το Πρώτο Δημοτικό, στολισμένος με μπόλικες ακακίες στην αρχή του και που συνέχιζε με θεόρατα πεύκα και κυπαρίσσια προς το φινάλε του: στα μέρη μας, και κατέληγε στις γραμμές του τραίνου του “ θηρίου” που ερχόταν απ’ το Λαύριο, του΄τυχε η ονοματοδοσία: “ Θησέως”. Θησεώς 53 ή 55 πρέπει να γεννήθηκα. Εντάξει ρε συ: στο “ Ελενας” εγενήθην αλλά γιά μετά ομιλώ (γράφω κυριολεκτιώς)…

 Ο παππούς πέθανε νεότατος κι η μάνα μου τρελλοκαμπέρω κι επαναστάτρια -”σουφραζέτα” της εποχής, μεγαλοκοπέλλα ανύπαντρη μέχρι τα 29 της (αλλά δεν το΄χε σε τίποτα ο τοπικός χωροφύλακας ν’ αλλάξει τη χρονολογία γεννήσεως της: από 1930 ->1936 δίχως να του το ζητήσει κανείς, θεωρόντάς το υποχρέωσή του προς το ωραίο κι ασθενές φύλλο) παντρεύθηκε διά της πολύ δημοφιλούς μεθόδου: του “ προξενειού” έναν νέο ναυτικό που κρυβόταν σ’ένα υπόγειο του Χαλανδρίου μιάς και στην γειτονιά του στο Κουκάκι έχει αφήσει όνομα με την δράση του. Κρυψώνας φευ που δεν τον γλύτωσε από το Long Island (Mακρύ Νησί). Αλλά τα μέρη μας τα γνώρισε από κοντά ο μπαγασάκος! Στο Μακρονήσι υπέγραψε την ρημάδα την δήλωση και τελειόντας την …ευδόκιμη θητεία του (ως σκαπανεύς) εξηφανίσθη στα πέλαγα της Ιαπωνίας με το “ Κυρήνεια” κάνοντας παρέα μ έναν τρελλο- Κεφαλλονίτη μαρκόνι που κάθε βράδυ στην καμπίνα των αξιωματικών τους διάβαζε στιχάκια! Μεσ΄το πούσι φίλε μου…

 Τα λεφτά της θάλασσας γύρναγαν πίσω στην Ελλάδα γιά ν’ αυγατίσουν, ο πλοιοκτήτης Χανδρής πλούτιζε διά να μετατραπεί σε ισχυρό σόϊ της Χώρας, το σύνολο της Ελληνικής οικονομίας βασιζόταν στο ναυτιλιακό συνάλλαγμα, το ΝΑΤ ανδρωνόταν γιά να γενεί λαχταριστό φιλέττο γιά φάγωμα αργότερα από τα δόντια μυστακοφόρων πρασινορουφιάνων κι η Χαλανδριώτικη μονοκατοικία με τις δυό εληές πίσω, έρριξε όροφο κι έγινε δίπατη! Μ’ όλα τα λουξ κομφόρ των αρχών της δεκατετίας του 60. Τζάκι από πεντελικό μάρμαρο, γύψιμα αρχαιοελληνικά διαχωριστικά στα ταβάνια αλλά και στα σαλόνια, μα το σημείο ζήλειας ΟΛΩΝ των προσκεκλημμένων ήταν: τα δύο δωμάτια-χωλ της εποχής, που΄χαν σοβαντιστεί/βαφεί με την τεχνική: “ στόκο βενετσάνο” αγριωπό ρελιέφ στον τοίχο, γεμάτο δοντάκια και πεταχτά θραύσματα γυαλιού στα διάκενα πάνω στην φρέσκια μπογιά μέχρις να πήξει. Ένα εκπληκτικό θέαμα ειδομένο ειδικά μέσα στο μισοσκόταδο! Καθόμουν με τις ώρες και χάζευα τις διαθλάσεις φωτός και γυαλιού και τα περίεργα σχήματα που΄παιρνε καθημερινά ο τοίχος, ανάλογα το φως της μέρας…

 Ο μάστορας έκανε όλη την προδιαδικασία με τους βοηθούς του, μετά τους έδιωχνε, κι ερχόταν το βράδυ η γυναίκα του που ‘τριβε γυαλιά μέσα σε μιά μεγάλη σκάφη πλυσίματος κι αποτέλειωνε την νύχτα την τεχνική του! Τεχνική που δεν είχε κανένα σκοπό να την μετελαμπαδεύσει στην γεμάτη δίψα γιά μάθηση νέα γενιά μπογιατζήδων (Όχι, Αλβανοί δεν υπήρχαν τότες ρε χαζέ. Υπήρχαν δηλαδής, αλλά εσώκλειστοι: στην Αλβανία) και την φύλαγε σαν επτασφράγιστο οικογενειακό μυστικό… Μετά τους “ στόκους Βενατσάνο” ήρθε η σειρά των ξυλουργών με τις ωραίες λάκες γύρω στις ξύλινες τζαμένιες εσώπορτες! Και δεν καταγράφω τον πρωτοπόρο, γιά την εποχή του, ηλεκτρικό εξοπλισμό της οικίας, ολοκληρωτικώς εξ εσπερίας…

 Τι έχει μείνει απ ‘όλα αυτά θα ρωτήσετε και με το δίκηο σας! Σχεδόν τίποτα! Οι βάρβαρες εσωτερικές ανακαινίσεις με το πέρασμα των χρόνων, αλλά κι άγνοια των σημερινών “ μαστόρων” (my ass) τα κατέστρεψαν σχεδόν όλα…

 Αλλά το θέμα μας ΔΕΝ είνει ΤΙ απέμεινε μέσα ή όξω από το σπίτι. Το θέμα μας είναι ότι το σπίτι παρέμενε ακούνητο κι ακίνητο (μπόϊ μόνο πήρε και μετεράπη σε δίπατο) αλλά το νούμερο της Οδού Θησέως σχεδόν κάθε χρόνο άλλαζε. 55->59->63->65 και πάει λέγοντας…

 Ώσπου στις αρχές τις δεκαετίας του ‘60 το Δημοτικό Συμβούλιο (Ο Δήμος ήταν πάντα στα χέρια της ΕΔΑ και της Δημοκρατικής Παράταξης) απεφάσισε ότι ο δικός μας δρόμος έπρεπε να μετονομασθεί προς χάριν των δύο πιτσιρικάδων που στις 10 του Μάη μιάς χρονιάς του πενήντα: ένας κακός Άγγλος (πατέρας του Ίαν Κέρτις; Φαντέζεστε; Θεία Δίκη..) τράβηξε ένα μοχλό, άνοιξε μιά καταπακτή στο πάτωμα της φυλακής, και τα πόδια τους σε κλάσματα των δευτερολέπτων βρέθηκαν να αιωρούνται στο κενό ενώ η ψυχή τους πέρασε στην Ιστορία και τ΄ονόματά τους στην αθανασία, και καιρός πιά ήτο ήτο να γενούνε δρόμοι και στο δικό μας προάστιο.

 Δεν φτάνει που άλλαζαν τα (μονά πάντα) νούμερα που καθόριζαν τις συντεταγμένες του πατρικού μου, αλλάξε τώρα κι αυτό καθ’ εαυτό: τ’ όνομα του δρόμου. Μέγα μπέρδεμα! Η “ χαρά” του ταχυδρόμου της περιοχής, ο οποίος λόγω του ότι και ήμεθα ναυτική οικογένια κι η αλληλογραφία συνήθες και σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, είχε γενεί μέλος της οικογένειας! Κάθε γράμμα και κεράσματα: καφέδες και σπιτικά κουλουράκια με τις ώρες! Υποθέτω ότι κατανοόύσε κι ο δόλιος ο πατέρας μου, από τα μεσοπέλαγα όπου βρίσκόταν, την ραγδαία οικιστική ανάπτυξη του πάλαι ποτέ ”χωριού” μας.

 Αλλά και μετά την αλλαγή ονόματος, δεν σταθήκαμε σε ησυχία. Μπορεί στα δορυφορικά ”Γούγλη Μαπς” το σπίτι να θωρεί ακίνητο γιά αιώνες, και να ξεχωρίζει ο ηλιακός θερμοσύφωνας στην ταράτσα, αλλά κάτω στην γη εμείς αλλάζαμε τους αριθμούς σαν κυλοτάκια εταίρας της οδού Ακομηνάτου κατά την διάρκεια του θέαρεστου λειτουργήματός της. Περάσμε και την πέμπτη δεκάδα, μπήκαμε στη έκτη: το νούμερο ειδκά ”69″, έφηβος πλέον, το΄λεγα πάντα με διάφορα υπονοούμενα και κλείσιμο ματιού στις φίλες μου, όταν με ρωτούσαν που μένω.

 Αλλά κι αυτό το ωραίο πλακομουνάτο αριθμό, μας το πήραν οι κακοί άνθρωποι του Δήμου μιάς και δεν είχαν κανένα λόγο να σταματήσουν την ανοικοδόμηση και του τελευταίου ελεύθερου χώρου, καθώς οι καραβιές της εσωτερικής μετανάστευσης συνέχιζαν να΄ρχονται σε τούτα τα άγια χώματα όπου κακιά φθίση δεν πιάνει διά να βρούν δροσιά, γιατρειά κι ησυχία (πεύκο κι ωραίο ξηρό κλίμα) στα μέρη μας. Γιά το παληό Χαλάνδρι μιλάμε πάντα! Σήμερα επικρατεί άκρα του τάφου υγρασία. Μην το ψάχνεις! Μπήκαμε αισίως, με τα πολλά και τα λίγα στην έπτη δεκάδα, σταθεροποιηθήκαμε γιά λίγα χρόνια, ήρθε και μιά τελευταία αλλαγή κι εκεί ξεμείναμε πλέον διά πάντα. Δεν υπάρχει άλλο λεύθερο χώμα διά κτίσιμο νέας πολυκατοικίας στην γειτονιά μας!

 Έβλεπα με καμάρι που λες το νέο μας χρώμα και πέρασε η παιδική φίλη και γειτόνισα Άννα-Κλαίρη γιά τις “ με-γειές”, ερχόμενη από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς:

 - “ Τι θα γίνει ρε Κλαίρη αν εσύ κι εγώ γκρεμίσουμε τα πατρικά μας, ακολουθήσει κι η Κύπρια απέναντι καθώς κι η Ανδριώτισα Κατερίνα με τα αδέρφια της από δίπλα. Ήδη παρκάρουν πάνω στα δέντρα, που θα τα βάζουν πλέον μετά τα κουρσάκια τους;

 Έβαλε τα γέλια κι άρχισε να μου εξιστορεί τα δικά της δράματα και πάθη και το πως όλο το καλλιτεχνικό/τουριστικό επιτελείο του Λαμπράκη μετεκόμισε εν μιά νυχτί στον Μπόμπολα.

 Τι τραβάνε κι αυτοί οι φωτογράφοι και φωτογράφισσες του National Geographic…

 Έριξα τα τελευταία μαρούλια στις χελώνες μιάς και νύχτωνε πλέον και διαβαίναμε την ζώνη της λυχναφούς ώρας: “ Τυχερές είστε” τις λέω “ Στο ρέμα θα σας πήγαινα άμα το δίναμε αντιπαροχή”. Χαιρέτησα νοερά τους τάφους όλων των κατοικίδων που βρίσκονται κάτω από το χώμα, στο παληό κοτέτσι ξωπίσω, κι άνεβηκα πάνω στο σπίτι να βάλω στην διαπασών την μουσική, μιάς και στο παραπέντε γλυτώσαμε την συγκατοίκηση στην υποτιθέμενη-αντιπαροχόμενη πολυκατοικία αν και το δέλεαρ των τριών διαμερισμάτων στο σημερινό Χαλάνδρι, είναι κάτι παραπάνω από προκλητικό….

 Γιά καμμιά δεκαριά χρόνια θ’ανεβαίνω ακόμα αυτές τις μαρμάρινες σκάλες… Προσωρινώς την σκαπουλάραμε.-

Σχόλια»

1. mamaloukas - Μαΐου 22, 2008

ωραίο, Μακ!
(σαν τις σοκολάτες και το παιδικό σου καλοκαίρι στην Ιαπωνία)

2. J.McManus - Μαΐου 22, 2008

Ακόμα το χτενίζω από λάθη Μαμαλούξ!
Ευχαριστώ πάντως….
(Ο δικός σου λόγος μετράει διπλός) ;-)

3. Mantalena Parianos - Μαΐου 22, 2008

Καφέ κερνάτε στο πατρικό; (εκτός από αναμνήσεις)

4. J.McManus - Μαΐου 22, 2008

Που να τρέχεις τώρα στο Χαλάνδρι!
Έλα από το μαγαζί…

5. gatti - Μαΐου 22, 2008

Πολύ ωραίο κείμενο! Μου ξύπνησε θύμησες από το δικό μου πατρικό. Ο κήπος στο πίσω μέρος, τα κατοικίδια που ήταν θαμμένα εκεί, οι ελιές που δεν έπρεπε να κοπούν, τα γύψινα, ο αριθμός που άλλαζε κάθε φορά που χτιζόταν μια πολυκατοικία.
Κι ακόμα (στο δικό μου) μια τεράστια συκιά που “ ενοχλούσε” κι
ας μας χόρταινε σύκα και που τελικά κόπηκε (και το λένε ότι άμα κόψεις συκιά μετακομίζεις… να που βγήκε αληθινό).
Το πατρικό μου δεν υπάρχει πια κι ας έχω σώσει – τώρα που υπάρχει ακόμα – από τον “ Γκούγκλη” την εικόνα του με το “ πλυσταριό” που ξεχώριζε στην ταράτσα. Θα γίνει προσεχώς τμήμα ενός εμπορικού κέντρου. Υπάρχει ακόμα ο κήπος και τα
κατοικίδια εξακολουθούν (προς το παρόν) να αναπαύονται
εκεί που έζησαν. Για πόσο όμως; Με πονάει πάντα αυτή η ανάμνηση. Αν μπορείς, όσο μπορείς, αντιστάσου!

6. J.McManus - Μαΐου 22, 2008

Δεν έγραψα τίποτις γιά τις συκιές στο βάθος!
Δεν ενοχλούσαν εμάς!
Ενοχλούσαν όμως τους γείτονες, και κόψαμε τις μισές! (2 στις 4)

Κι οι γείτονες σε λίγα χρόνια έφυγαν κι άφησαν πίσω του θηρία που μας έκρυψαν τον ήλιο…

Να΄σαι καλά γατί!

7. kukuzelis - Μαΐου 22, 2008

Άντε ντε. Επιτέλους έγραψες και πάλι για το Χαλάνδρι. Όποτε, και αν, αποφασίσεις να το δώσεις (χτύπα ξύλο) ενημέρωσε με να σε ενημερώσω.

8. J.McManus - Μαΐου 22, 2008

Ι Κnow! :-)

9. Mantalena Parianos - Μαΐου 22, 2008

Ε, ο σκοπός είναι το ταξίδι… όχι ο προορισμός.
:)

Να ‘σαι καλά πάντως, έξοχα αούγονται όλα αυτά σήμερα, κι αυτό γιατί τα περιγράφεις τόσο έξοχα – σαν ταξιδιώτης που φέρνει τις διηγήσεις του στις μέρες μας.

10. J.McManus - Μαΐου 22, 2008

Πάντως ο Θανάσης εδώ δίπλα, άσχετα αν νομίζει ότι μεγαλοπιάστηκε κι έπιασε τον Πάπα από τα @@ (ίδιον όλων των ανθρώπων δίχως μπόλικα έρμα πάνω τους,κι όπου η ξαφνική επιτυχία τους εκτινάσει απότομα στα ύψη κι αερίζεται ο εγκέφαλός τους)…

…εξακολουθεί να φτιάχνει ωραίο καφέ! Που καλό θα ήτο να τον μοιραστούμε…. ;-)

11. Mantalena Parianos - Μαΐου 22, 2008

re sy, den perpataw akomi, oute odigw… apo ton december me anarrwtiki eimai…

12. Nina C - Μαΐου 22, 2008

Καλό. Πολύ.

13. J.McManus - Μαΐου 23, 2008

Άλλαξες νικ κι έφαγες πόρτα στην WP μάτια μου; χαχαχαχαχα

@ Μανταλένα :-(

14. alzap - Μαΐου 23, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΟ!
Να είσαι πάντα καλά.

15. Nina C - Μαΐου 23, 2008

@Mc, όχι ρε, άλλος ήταν ο λόγος: με είχανε στα αγγλικά, επειδή είχα επιλέξει ως γλώσσα ιστολογίου την αγγλική! Η ελληνική μετάφραση είναι σκατά :P

16. Μπορώ να πω ότι είμαι ένας ευτυχισμένος blogger… « Θεαμαπάτες & Δικτυώματα - Μαΐου 24, 2008

[...] “Δίνεται προς αντιπαροχή” « The Εvil MacManus DiariesΚΙΝΗΜΑ ΛΑΟΥ: ΠΑΝΔΩΡΑ ΚΑΙ ΚΑΠΛΑΝΙ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΨΙΛΟ [...]

17. Πάνος - Μαΐου 25, 2008

Μακ, “ συλλεκτικό” το κομμάτι. Κάποτε θα κατέχει περίοπτη θέση (με μπάνερ) στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη στο ΚΑΠΗ των συνταξιούχων μπλόγκερ του Χαλανδρίου… :-)

18. Δίδεται προς αντιπαροχή; « Η καλύβα ψηλά στο βουνό - Μαΐου 25, 2008
19. Ίωνας - Μαΐου 25, 2008

Τα παλιά, χαμηλά σπίτια που βρίσκω διάσπαρτα μεταξύ των ροζουλί τσιμεντένιων εκτρωμάτων της νέας “ αστικής τάξης” των Αθηνών, είναι το καλύτερό μου.

Λίγο μάρμαρο, λίγο καγκελάκι από μερακλή τεχνίτη και ψάχνω χαρτομάντηλα.

20. Argos - Μαΐου 26, 2008

Φίλε, εξαιρετικό κομμάτι

21. Rodia - Μαΐου 26, 2008

Ωραιοτατο Μακ :) ) Απο Αριστοτελους περασα μερικα φεγγαρια…
Ποιος θυμαται σημερα οτι το Χαλαντρι ηταν στ’ αληθεια χωριο! Το Νεο Ψυχικο ηταν ενα ρεμα με χορταρια οπου βοσκανε προβατακια.. αχ… ποσο μεγαλωσα! ;)

22. Rodia - Μαΐου 26, 2008

Περναγε και το τραινο για Λαυριο και με ξυπνουσε τη νυχτα, αλλα αυτο μαλλον δεν θα το προλαβες, εισαι πολυυυ υ μικροτερος! :)

23. OSCAR - Μαΐου 26, 2008

Ο παλιός είναι αλλιώς.
Εγώ είμαι από πιο βόρεια, αλλά το Χαλάνδρι στην παιδική ηλικία μου ήταν το κέντρο μας όπου βγαίναμε. Αρκετά μετά βέβαια από την εποχή των παππούδων σου και της μάνας σου.
Αρχές δεκαετίας ‘80. Καφενεδάκια, Ombre, Crazy Horse, Wooden (μιας και είσαι και Ροκάς), ίσως να έχουμε έρθει μούρη με μούρη – το σινεμά που τώρα έχω ξεχάσει το ονομά του που ήταν ιδανικό για τζαμπατζήδες σαν την παρέα μου που είμασταν μικροί και ταπί μονίμως. Για θύμησέ μου το όνομά του. Η παράσταση ξεκινούσε στις 5.30. Πηγαίναμε από τις 5.00, καθόμασταν στο σαλονάκι και κατά τις 5.20 κρυβόμασταν στις τουαλέτες μέχρι να ξεκινήσει η ταινία. Από μικροί στην απατεωνιά :) .
Ρε Μακ για πες μου αν ξέρεις, τα καφενεδάκια στο Χαλάνδρι και ο τύπος που τα είχε, βασικά ο τύπος που τα είχε, τι έγινε; Γιατί τα καφενεδάκια ακούνητα είναι σαν κτίρια τουλάχιστον.
Έχω ακούσει διάφορα γι’ αυτόν και είμαι λίγο περίεργος να μάθω γιατί ήταν και οικογενειακώς γνωστός παλιότερα και τον έχω χάσει.

24. Χύμα στο Κύμα μέσα στην Ζέστη « INDIBLOG - Μαΐου 26, 2008

[...] μετά αυτό το κείμενο και ΜΕ έκοψε τα πόδια. Δεν θα μάθω ποτέ να [...]

25. J.McManus - Μαΐου 26, 2008

Γίνεται αγώνας στο Χαλάνδρι γιά την ανάπλαση της πλατείας Χαλανδρίου! Τα κτίρια των καφενεείων (παλαιός “ Αφεντούλης” και σια) ναι μεν είναι διατηρητέα, και δεν θα γκρεμιστούν, αλλά έστι όπως είναι σήμερα, με τις αλουμινο-υαλο-κατασκευές, έχουν αλλοιώσει ΟΛΗ την μορφή της πλατείας…

Θα φέρω παλαιό οδηγό δρόμων του πατέρα Δαραβίγκα, όπου απαριθμούσε γύρω στους 40 (χειμερινούς+ θερινούς) κινηματογράφους στο Χαλάνδρι! (Σήμερα έχει δύο θερινά, δύο δημοτικά θερινά, και το ψευτομούλτιπλεξ των 2 αιθουσών στην Πεντέλης). Την “ Αβάνα” στο Κολλέγιο, παρ’οτι είναι στα γεωγραφικά όρια του Χαλανδρίου, την θεωρώ πάντα: Ψυχικό.

Ιστορικά ονόματα:
Αθηνά
Αστέρα [κοντά στην σημερινή ΔΕΗ]
Τιτάνια
Αρμονία
Ελευθεριά [στην κεντρική πλατεία]
Αμίρ [κοντά στο σημερινό Body Shop]]
Αμίκο [Στο Πολύδροσο, διατηρείται ακόμα]
απ’ αυτά που θυμάμαι σήμερα…

26. J.McManus - Μαΐου 26, 2008

Περναγε και το τραινο για Λαυριο και με ξυπνουσε τη νυχτα, αλλα αυτο μαλλον δεν θα το προλαβες, εισαι πολυυυ υ μικροτ

To τραίνο φυσικά και ΔΕΝ το πρόλαβα!
Αλλά στις γραμμές του πάνω, παίζαμε μικρά παιδιά, μέχρι να τις ξηλώσουν, ή να τις καλύψουν με χώμα και γρασίδι.

Παλαιός σταθμός του τραίνου, μετετράπη σε Παιδική Δημοτική Βιβλιοθήκη στην μνήμη: Μίμη Ευριπίδου Βασιλόπουλου

27. tsopanis - Μαΐου 27, 2008

Ωραίο ταξίδι…
Αλλά ξέρεις ποια είναι η μαλακία με τα ταξίδια στις μέρες μας;
Κρατάνε λίγο και μετά γυρίζεις πίσω στην μαλακία…

Lykos

.

28. Μπορώ να πω ότι είμαι ένας ευτυχισμένος blogger… « Θεαμαπάτες & Δικτυώματα - Ἰανουαρίου 17, 2009

[...] για παράδειγμα, στο ποστ του ΜακΜάνους “Δίνεται προς αντιπαροχή”; Προτίμησα να το προσθέσω στις “τσάρκες” μου [στο [...]