
Ο 20ος αιώνας με τα μάτια ενός Ιταλού κομμουνιστή
Συναντώ τον Πιέτρο Ινγκράο στο σπίτι του στη Ρώμη, στην οδό Μπαλτσάνι. Είναι 16 Ιουλίου. Μερικές μέρες νωρίτερα τον ρώτησα από το τηλέφωνο αν δεχόταν να κάνει μια συζήτηση για τον 20ό αιώνα – τον αιώνα του – και για τη σημασία της μνήμης, για την ιστορία και για τη σχέση του με την πολιτική. Και, φυσικά, τον ρώτησα και για το σήμερα, για τη δύσκολη κατάσταση της ιταλικής αριστεράς και των κομμουνιστών στη χώρα μας.
Ο Ινγκράο αρχικά αρνήθηκε. «Υπάρχει το βιβλίο μου, όπου διηγήθηκα εκείνες τις εμπειρίες της ζωής μου που θεωρώ ότι δεν πρέπει να αφήσω να ξεχαστούν. Τι άλλο να προσθέσω;» Απάντησα ότι για μένα, για μας, που λέμε ακόμη πως είμαστε κομμουνιστές, γι’ αυτό το περιοδικό και για το κόμμα μας, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τη σκέψη του και για τα πιο πρόσφατα γεγονότα: για τη δραματική ήττα της αριστεράς, για την εξάπλωση των αντιδραστικών δυνάμεων υπό την αρχηγία του Μπερλουσκόνι, για τις πολεμικές που δημιουργήθηκαν με θέμα την 25η Απριλίου (ΣτΜ την επέτειο της απελευθέρωσης) και για την προσπάθεια εξίσωσης ανταρτών και φασιστών. Δίστασε, αλλά μετά δέχτηκε. «Αφού το θέλεις τόσο πολύ…» Έτσι άρχισε αυτή η συνάντησή μας, μπροστά σε έναν καφέ από κριθάρι και ένα μικρό μαγνητόφωνο.
Τη συνέντευξη πήρε
ο Αλμπέρτο Μπούρτζιο για το περιοδικό «Essere comunisti»
*Είναι κοινός τόπος να ισχυριζόμαστε ότι έχουμε πια «ξεπεράσει τον 20ό αιώνα», σε έναν κόσμο όπου «τίποτα δεν είναι όπως πρώτα». Αν τα πράγματα έχουν έτσι, γιατί να ασχοληθούμε κι άλλο με τον προηγούμενο αιώνα, όπως κάνεις στο βιβλίο σου «Ήθελα το φεγγάρι»;
-Από ημερολογιακή πλευρά ο 20ός αιώνας τελείωσε εδώ και μια δεκαετία περίπου. Μας αφήνει όμως αξέχαστες αναμνήσεις.
Και όχι μόνο από την άποψη των νέων γνώσεων στις οποίες άνοιξε διάπλατα τις πόρτες, αλλά και των γεγονότων, του είδους σχέσεων που συνεπήραν εκατομμύρια ανθρώπους: στη γη, στον ουρανό και στα βάθη των θαλασσών. Αν αναρωτηθούμε ποια είναι η καρδιά αυτών των εκατό χρόνων, πρέπει να επικεντρωθούμε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ήταν μια ένοπλη σύρραξη ανήκουστων διαστάσεων, που αιματοκύλησε ολόκληρη την υφήλιο και έφερε νέα οπλικά συστήματα, προξενώντας όχι μόνο σωρούς νεκρών, αλλά και μια βαθιά αλλαγή της υπόστασης εκατομμυρίων ατόμων και κοινοτήτων σε διαφορετικά επίπεδα εμπειρίας. Σκέψου την εξόντωση των εβραίων. Αυτό το νέο γεγονός ήταν τρομερό και είχε φριχτές συνέπειες, στηριγμένες σε τερατώδεις θεωρίες για την οντότητα και την ύπαρξη. Φτάνει να σκεφτούμε το ναζισμό, όταν η δολοφονία ανυπεράσπιστων ανθρώπων έγινε πραγματικότητα με εντελώς νέες και συστηματικές μορφές: εφευρέθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πραγματικά τεμένη της μαζικής δολοφονίας. Την αφηγήθηκαν αξιομνημόνευτα κείμενα. Θυμάσαι το Εάν αυτό είναι άνθρωπος του Πρίμο Λέβι; Ίσως να μην είναι αρκετές ούτε οι σπαραχτικές σελίδες εκείνου του βιβλίου για να αφηγηθούν όλη τη φρίκη εκείνων των καθεδρικών ναών της γενοκτονίας.

*Αν θα έπρεπε να ορίσεις μια ημερομηνία αρχής της καταστροφής που περιγράφεις, ποια χρονιά θα ανέφερες;
-Αναμφίβολα τον Ιούλη του ’36. Τότε που ο στρατός του Φράνκο ήρθε από το Νότο, πέρασε τα στενά του Γιβραλτάρ και αποβιβάστηκε στην ισπανική γη, αρχίζοντας εκείνο το μακρόχρονο πόλεμο, όπου αντίπαλος ήταν ο ναζισμός-φασισμός, από τη μια μεριά, και, από την άλλη, η μεριά, του οδοφράγματος την ΕΣΣΔ και όλο το δυτικό μπλοκ αντιφασιστών. Μια μακρόχρονη, απελπισμένη σύρραξη, που σημαδεύτηκε όχι μόνο από συγκρούσεις στρατών, αλλά και από αντίθετες αναγνώσεις του κόσμου, από τις οποίες πηγάζουν και αξέχαστες δονήσεις της φαντασίας: σκέψου τη Γκουέρνικα του Πικάσο…
Όταν αναλογίζομαι εκείνα τα γεγονότα, γεννιέται μέσα μου μια εξέγερση, γιατί σκέφτομαι αυτό που τα εγγόνια μου και τα δισέγγονά μου μαθαίνουν ακόμη και σήμερα στο σχολείο για την ανθρώπινη ιστορία: μαθαίνουν για τον Ξέρξη και για τη μάχη του Μαραθώνα, αλλά για τα ανήκουστα γεγονότα του 20ού αιώνα μαθαίνουν μόνο λίγες σελίδες. Κι αυτές οι επισκέψεις με ξενάγηση στο Άουσβιτς, πόσο μου φαίνονται εύθραυστες, ψυχρές μπροστά στην καταστροφή εκείνης της εποχής.
*Ο 20ός αιώνας δείχνει επομένως πρώτα απ’ όλα ένα πρόσωπο γεμάτο με απάνθρωπη βία. Από πού πηγάζει αυτή η ανήκουστη μηδενιστική δύναμη;
-Υπάρχει ένα όνομα που σημαδεύει εκείνη την εποχή: ο Χίτλερ, του οποίου ο Μουσολίνι και ο φασισμός κατά βάθος ήταν μόνο μια δορυφορική εκδοχή. Και αμέσως ξεπηδάνε στο νου οι μεγάλοι, τραγικοί ανταγωνιστές: Μαρξ, Λένιν, Γκράμσι… και εκείνες οι πηγές ανάγνωσης του κόσμου με τις οποίες διαμορφωθήκαμε εμείς κατά χιλιάδες και αναγνώσαμε τον αιώνα μας. Ο ιμπεριαλισμός φέρνει τον πόλεμο, όπως το σύννεφο φέρνει τον κυκλώνα: έτσι έλεγαν οι πατέρες μας. Η πρώτη φάση ήταν ο πόλεμος χαρακωμάτων, μεταξύ ’15 και ’18. Είκοσι χρόνια μετά, από τη γερμανική γη, ο ιμπεριαλισμός έφθανε τα μέγιστα ύψη του με το χιτλερικό πόλεμο.
*Σ’ αυτό το πλαίσιο η Ιταλία μοιάζει ασήμαντη, μια αμελητέα πραγματικότητα.
-Για όποιον έζησε στην Ιταλία και διαμόρφωσε την προσωπικότητά του μέσα από τον αγώνα ενάντια στο ιταλικό φασισμό, αυτή η περιθωριακή λειτουργία μοιάζει απαράδεκτη. Είναι όμως γεγονός. Κρίσιμη υπήρξε η δεκαετία του τριάντα, ο πόλεμος της Ισπανίας, το μοιραίο φθινόπωρο του ’39… Μερικά χρόνια αργότερα, όταν η ένοπλη σύγκρουση είχε πάρει σε παγκόσμια διάσταση, εμείς οι Ιταλοί είχαμε τον πόλεμο μέσα στο σπίτι μας, και από τη Σικελία επεκτάθηκε σε όλη τη χερσόνησο. Ξεπήδησε τότε ένα λαϊκό κίνημα που αποτέλεσε την εθνική απάντηση, τη δήλωση ταυτότητας του λαού. Δεν είναι τυχαίο που το όνομα που του δόθηκε -Αντίσταση- είχε αυτό το συλλογικό νόημα. Κι όταν επισκέπτομαι εκείνο το συνταρακτικό μνημείο στις Αρντεατίνε (ΣτΜ το μνημείο των 300 ανθρώπων στη Ρώμη, που εκτελέστηκαν σε αντίποινα για το θάνατο 30 Γερμανών), μπροστά σ’ εκείνη την αποξεχασμένη στρατιά από ακίνητα πρόσωπα, νιώθω ρίγη…
*Και οι πηγές, οι αιτίες είναι βαθιές. Ίσως υπάρχει υπερβολική λησμονιά για τα υψηλά επίπεδα στα οποία έφθασε η ταξική πάλη στη Ιταλία στα τέλη του 19ου αιώνα, και ακόμη περισσότερο στην εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
-Ναι, η αρχική φάση ήταν στη φλεγόμενη Πεδιάδα του Πάδου, σε τμήματα της Σικελίας…Στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ιταλία η ταξική σύγκρουση ήταν ήδη φλογερή και αρθρωμένη. Και ο φασισμός συνάντησε ισχυρή αντίσταση υψηλού επιπέδου ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του είκοσι. Έπρεπε να σκοτώσει τον Ματεότι, τον Τζοβάνι Αμέντολα, τον Γκομπέτι, έπειτα τον Γκράμσι. Δεν ήταν τυχαίο. Ο αντιφασισμός ήταν το προϊόν μιας ωρίμανσης του εργατικού κινήματος ματσινικής και αναρχικής προέλευσης, που ωρίμασε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Και το εργατικό και αγροτικό κίνημα -έχω στο νου μου την Εμίλια και τη Σικελία- τότε έσπερνε την παιδεία ενάντια στην άλλη παιδεία.
*Αυτό το γεγονός μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία είναι μια χώρα με διπλή υπόσταση, ότι συγκρούονται δύο Ιταλίες.
-Ναι. Υπήρχε η Ιταλία του φασισμού, των φασιστικών ομάδων δράσης, της άνανδρης ταξικής βίας. Ενάντιά της όμως βάδιζε μια άλλη Ιταλία, που δοκίμαζε νέες μορφές αγώνα, καθώς και μια ριζικά νέα ανάγνωση του κόσμου. Επιμένω: να γιατί εκείνη η λέξη, Αντίσταση, κλείνει μέσα της μια βαθιά αλήθεια. Δεν κατέβηκαν στο πεδίο της μάχης μόνο περιορισμένες πρωτοπορίες. Ήταν λαϊκό κίνημα. Εθνική απάντηση. Θυμάσαι την αρχή εκείνου του σπαραχτικού τραγουδιού «Ξύπνησα ένα πρωί…»; (ΣτΜ Bella ciao) Είχε μια δική του αλήθεια. Και πήγαζε αναμφίβολα από μια ανάγνωση της πορείας του έθνους σύμφωνη με μια οπτική του κόσμου που είχε πολύπλοκη συνύφανση πολιτιστικών μορφωμάτων: καθολικών, φιλελεύθερων, κόκκινων, μέχρι και σοσιαλιστικών, που μπαίνουν στη σκηνή ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα…Έχω στο νου μου τη δική μου οικογένεια. Ο πατέρας μου δεν ήταν σοσιαλιστής, και ακόμη λιγότερο κομμουνιστής. Μα οι γονείς του, ο παππούς και η γιαγιά μου, είχαν ματσινικό και γαριβαλδινό παρελθόν. Συμμετείχαν σ’ εκείνο το ρωμαλέο κλάδο της παλιγγενεσίας που είχε και αναρχικές τάσεις, ο οποίος είχε ριζώσει και είχε απλώσει τις διακλαδώσεις του στο κοινωνικό σώμα: σ’ αυτό το βαθύ έδαφος ρίχνει τις ρίζες του το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με την καθοδήγηση μιας εξαιρετικής ηγετικής ομάδας – εννοώ τον Γκράμσι, αλλά και τον Μπορντίγκα και τον Τερατσίνι. Και όχι μόνο. Απ’ αυτή την Ιταλία γεννήθηκε και η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική αντίσταση, του Κρότσε, του Γκομπέτι, του Ροσέλι, του Λούσου… Εδώ ξαναρχίζει το βάσανό μου: τι να αφηγηθούμε εμείς στα εγγόνια μας γι’ αυτά τα γεγονότα; Για τις εξορίες, για τους πολλούς μήνες εκτοπισμού, για τους νεκρούς στις φυλακές;
*Μέχρις εδώ μίλησες για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Πώς βλέπεις το δεύτερο και ποια είναι η ανάγνωσή σου;
-Η πτώση του ναζισμού – έπειτα από μια παγκόσμια σύγκρουση που κράτησε σχεδόν πέντε χρόνια -σηματοδότησε μια καμπή της ιστορίας.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την τεράστια συγκίνηση που ένιωσα όταν ο αξιωματικός που διοικούσε το σύνταγμα του Απελευθερωτικού Στρατού, στον οποίο είχα καταταγεί, συγκέντρωσε τους φαντάρους και μετά μου ζήτησε να βγω από τη γραμμή και ανάθεσε σε μένα -τον «κόκκινο λοχία», όπως με φώναζαν- το καθήκον να διαβάσω την ανακοίνωση που κήρυσσε τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, τον ερχομό της ειρήνης. Άρχιζε στ’ αλήθεια μια άλλη εποχή, και όλη η χώρα το κατάλαβε αναμφίβολα. Επέστρεφαν αυτοί που είχαν φύγει στο εξωτερικό, οι εξόριστοι, οι στρατιώτες ξαναγύριζαν στην οικογένειά τους. Στη χώρα υπήρχε πείνα, αλλά και μια μεγάλη ελπίδα, γεμάτη αγωνία. Βέβαια, εκείνος ήταν ο δύσκολος καιρός της σκληρής εκδίκησης…
*Πώς σου φάνηκε εκείνος ο ιταλικός πολιτικός κόσμος που μόλις είχε βγει από τον πόλεμο; Πώς και πού ξανάρχισες την πολιτική σου στράτευση;
-Είχα λίγες μέρες ανάπαυσης και τις πέρασα θαυμάζοντας τη νεογέννητη πρωτότοκη κόρη μου. Όμως, αυτή η μαγεία κράτησε λίγο. Σύντομα το κόμμα με κάλεσε και πάλι στη θέση εργασίας μου. Θυμάμαι τη μέρα που μπήκα για πρώτη φορά – ήμουνα τότε δημοσιογράφος της Unità – στο Κοινοβούλιο, που υπήρξε από την πρώτη στιγμή ένα κεντρικό σημείο της ανανέωσης και έγινε γρήγορα η έδρα του διαλόγου των δημοκρατικών δυνάμεων, αλλά και των αντιθέσεων: τόπος σύγκρουσης.
*Τι έβλεπες σ’ εκείνες τις αίθουσες; Τι σου έλεγαν;
-Πρώτα απ’ όλα γνώρισα τους ηγέτες της δικής μου πλευράς. Τον Τολιάτι, με την κοφτερή του κρίση, που όμως μετριαζόταν πάντα από ένα πνεύμα ειρωνείας. Τον Τερατσίνι, ψυχρό με τη σχολαστική του ευφράδεια. Τον Νένι, εξαιρετικό ρήτορα που συνάρπαζε την αίθουσα. Τον Ντε Γκάσπερι, αντιπαθητικό και βαρετό, αλλά που κρατούσε γερά τα ηνία του χριστιανοδημοκρατικού κουβαριού. Και μετά τους εξέχοντες δημοσιογράφους, αρχίζοντας από τον Βιτόριο Γκορέζιο, που φλέρταρε προσεκτικά με τους κομμουνιστές. Έξω φλεγόταν η πρωτεύουσα, ακόμη κάτω από τον πολυόμματο έλεγχο του Βατικανού, αφήνοντας να τη διατρέχουν εκείνα τα ρεύματα της κακοποιού Ρώμης, που τροφοδοτούσαν το ρωμαϊκό μυθιστόρημα και τις αστυνομικές ειδήσεις των εφημερίδων.
*Υπήρχε και η κόκκινη Ρώμη των προαστίων …
-Ναι. Ο ταραχώδης κόσμος των προαστίων που ζητούσαν ψωμί και δουλειά. Τσεντοτσέλε, Τορπινιατάρα, Κουαντράρο. Και, πίσω από τον Άγιο Πέτρο, εκείνες οι συνοικίες που σχεδόν μπερδεύονταν με την Τσιβιταβέκια, τόπο αξέχαστων φυλακών, με «κόκκινη» σύνθεση.
*Μα πού είχε τις ρίζες του εκείνος ο κόκκινος κόσμος που εμφανίζεται στη μεταπολεμική Ιταλία;
-Αυτό είναι ένα θέμα που δεν έχει δουλευτεί αρκετά, ενώ πληρώσαμε ακριβά τη θεωρία του Ι.Κ.Κ. ως παραρτήματος της Μόσχας. Το Ι.Κ.Κ. πήρε ερεθίσματα και επιρροές και από τον ιταλικό σοσιαλισμό -μέχρι και από τον αναρχισμό…- από τοπικά ρεύματα κοινωνικού στοχασμού, με μοναδικούς συνδυασμούς δημοτικοποίησης και διεθνισμού. Με λίγα λόγια το Ι.Κ.Κ. το έθρεψαν οι εργάτες του Βορρά, οι τεχνίτες του Κέντρου και οι αγρότες του Νότου: αποδέχτηκε τη λενινιστική μυθολογία και έκανε τις πορείες ειρήνης με τον Καπιτίνι. Η Μόσχα δεν κατανόησε ποτέ αυτή την ιδιαιτερότητά μας. Ο Τολιάτι προσπάθησε να αποδεσμευτεί απ’ αυτή τη δύσκολη σχέση προτείνοντας τον «πολυκεντρισμό», αλλά η Μόσχα έμεινε κουφή σ’ αυτό το κομβικό ζήτημα.
*Το Ι.Κ.Κ. ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της ιταλικής Αντίστασης και μετά από την εκδίωξη των ναζιστών έγινε ταχύτατα ένα μαζικό κόμμα και ένας από τους πρωταγωνιστές της ιταλικής πολιτικής ζωής. Εσύ ήσουνα στις γραμμές του από το 1936, και για όλη τη ζωή σου. Μπορείς να μου πεις πώς ήταν αυτή σου η στράτευση; Ποιοι κανόνες σας δέσμευαν;
-Μας δέσμευε μια πολύ σκληρή πειθαρχία, πολύ συγκεντρωτική και -όσο έζησε- η ηγεσία του Τολιάτι, που δεν επιδεχόταν συζήτηση. Όταν – γύρω στο ’48-‘49 – φάνηκε ότι ο Πιέτρο Σέκια σκόπευε να υποκαταστήσει την ηγεσία του Τολιάτι, υπήρξε αμέσως μια απάντηση που απομάκρυνε τον Σέκια από την ηγεσία των Μποτέγκε Οσκούρε και επιβεβαίωσε πλήρως τη γραμματεία του Τολιάτι. Και ο Σέκια -δεν ξέρω να σου πω αν αυτό γινόταν δίκαια ή άδικα- θεωρούνταν τότε πολύ κοντά στη σοβιετική ηγεσία. Η ήττα του Σέκια είχε τότε τη χροιά μιας επιβεβαίωσης του γεγονότος ότι το Ι.Κ.Κ. στόχευε σε έναν ιταλικό, κοινοβουλευτικό δρόμο, σε μια δημοκρατική επανάσταση: μολονότι πολλοί στα βάθη της καρδιάς τους είχαν την υπόγεια αλλά σθεναρή πεποίθηση ότι σ’ εκείνη τη δημοκρατική Ιταλία σε κάποια στιγμή θα ξεσπούσε η δοκιμασία της ένοπλης σύγκρουσης. Θυμάμαι -όταν φέρνω στο νου μου εκείνο τον πρώτο καιρό της μεταπολεμικής περιόδου – πως είχα βαθιά μέσα μου την εικόνα, θα έλεγα την πεποίθηση, μιας αποφασιστικής επαναστατικής στιγμής. Ίσως να έπαιζε ρόλο και η μυθική ανάμνηση της επίθεσης στα Χειμερινά Ανάκτορα, που μας είχε κληροδοτήσει η μπολσεβίκικη επανάσταση. Και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του μυαλού μου υπήρχε πάντα γερά χαραγμένη η υποθετική περίπτωση της στιγμής κατά τη οποία θα βρισκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο, εμείς οι επαναστάτες και τα στρατεύματα της μεγάλης πρωτεύουσας.
*Πώς έβλεπες, μ’ αυτή την προοπτική, τις μορφές και τα εργαλεία της αστικής δημοκρατίας;
-Δεν υποτιμούσα τη σημασία της ψήφου, των αντιπροσωπευτικών θεσμών, της Βουλής. Αντίθετα, θυμάμαι την περιέργεια και την ελπίδα που τότε, σ’ εκείνη την απελευθερωμένη Ιταλία, υπήρχε σε σχέση μ’ αυτούς τους θεσμούς. Όμως ζούσε στη φαντασία μου εκείνη η ιδέα της -θα έλεγα- φυσικής ιδέας της επανάστασης, που είναι τόσο πολύ καταγεγραμμένη στην ιστορία του λενινισμού, και που ήταν η πηγή της διάπλασής μας. Από τη μια μεριά παρακολουθούσα με πάθος την οικοδόμηση του δημοκρατικού κράτους. Η Βουλή με συνάρπαζε. Από την άλλη καλλιεργούσα την αναμονή της επαναστατικής κρίσης, της πολιτικής μάχης που γίνεται μαζική σύγκρουση στα πεζοδρόμια. Έπειτα, φυσικά, από τη δεκαετία του πενήντα, αυτή η αφελής ανάγνωση παραμερίστηκε σιγά- σιγά. Και πιστεύω ότι μια ώθηση υπέρβασης των φαντασιώσεων και των μυθικών αφελειών προήλθε ακριβώς από την οργάνωση του εργατικού κόσμου, από τον πολλαπλασιασμό και την παγίωση των δομών του. Σίγουρα από το συνδικάτο. Αλλά όχι μόνο από το συνδικάτο. Ίσως πολύ συχνά ξεχνάμε -ή υποτιμούμε- το ρόλο που έπαιξαν οι «κόκκινοι» Δήμοι, μικροί και μεγάλοι, και την επιρροή που είχε πάνω στην ιστορία και στην τύχη του Κομμουνιστικού Κόμματος η παρουσία του στις πόλεις. Εννοώ το πυκνό δίκτυο μικρών και μεσαίων κέντρων που διέτρεχε νομούς όπως η Τοσκάνη, η Ούμπρια, η Εμίλια, ζώνες της πεδιάδας του Πάδου…
*Πράγματι, αυτό είναι ένα θέμα που δεν συζητείται πολύ, πάνω στο οποίο αξίζει τον κόπο να σταθούμε.
-Στην Ιταλία δεν είχε τεθεί ακόμη σε εφαρμογή ο περιφερειακός θεσμός, και στη θέση των Περιφερειών απέκτησαν ζωτική σημασία οι Δήμοι και οι Επαρχίες. Στη διοίκηση αυτών των θεσμικών κέντρων, με το ρόλο των δημάρχων και των παρέδρων, βρέθηκαν πολλά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος, συχνά πολύ νέα. Είχαν διαμορφωθεί μέσα από τους σκληρούς και συναρπαστικούς αγώνες της Αντίστασης και κουβαλούσαν μέσα τους τα πάθη εκείνης της εποχής, μαζί με τις μεγάλες ελπίδες της νιότης και τη μεγάλη δίψα της δράσης. Είδα κάποιους απ’ αυτούς τους δημάρχους και πάρεδρους να δουλεύουν με ασφυκτικούς ρυθμούς: από το πρωί μέχρι αργά το βράδι, ακόμη και κατά τη διάρκεια των βραδινών περιπάτων στους δρόμους της πόλης. Μέσα σ’ αυτή την τόσο ιταλική πλοκή αστικής πραγματικότητας, των μικρών τοπικών πρωτευουσών (έτσι θα τις ονόμαζα…), η διαχείριση γινόταν πολιτική δράση που προσανατόλιζε, μόρφωνε, συμπαρέσυρε τις μάζες. Και βοηθούσε επίσης την ανάπτυξη του συνδικάτου: εκείνη την αρχαία μορφή πολιτικής δράσης που είχε τόσο βαθιές ρίζες, πρώτα απ’ όλα στην κεντρική Ιταλία…
*Γεννήθηκε τότε -ή μάλλον τότε εδραιώθηκε- η ιδιαιτερότητα αυτού του φαινόμενου που συνήθως αποκαλούμε «κόκκινη Ιταλία».
-Έτσι είναι. Το Ι.Κ.Κ. -σ’ εκείνες τις περιοχές- υπήρξε παράγοντας και πρωτεργάτης εξαιρετικών εμπειριών δημοκρατικής και πολιτισμικής ανάπτυξης, που σε κάποια στιγμή βρήκαν μοναδική απεικόνιση μέχρι και σε μια αντιδραστική ταινία (αναφέρομαι στο έργο του Γκουαρέσκι Πεπόνε και ντον Καμίλο). Δεν είναι τυχαίο ότι στα χρόνια που ακολούθησαν κάποιοι κόκκινοι δήμαρχοι έγιναν εθνικές μορφές και εθνικοί ηγέτες. Ο νους μου πάει στον Πετροζέλι και στον Αργκάν, στον Τζάνγκερι και στον Βαλέντσι, στον ίδιο τον Νοβέλι και σε πολλούς άλλους.
Αυτή η εμπειρία -που συνάντησα προσωπικά γυρίζοντας την Ιταλία- υπήρξε κατά τη γνώμη μου ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής μάχης του Ι.Κ.Κ. Βέβαια, συμμετέχοντας σ’ αυτή την πολιτική εμπειρία, αναρωτήθηκα συχνά αν αυτό που έβλεπα να δημιουργείται απ’ αυτή τη δράση, βρισκόταν μέσα στα όρια ενός αναπτυγμένου αστικού πολιτισμού ή αν αντιπροσώπευε ήδη ένα σπόρο σοσιαλιστικής κοινωνίας. Και πάντα η απάντηση ήταν ότι δεν μπορούσα να έχω αυταπάτες: βρισκόμασταν στο μεταίχμιο μιας αβέβαιης κατάστασης και ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν η άμεση σύγκρουση, η δοκιμασία για την οποία σου μιλούσα. Έτσι, με τη σύγκρουση μέσα στο φορντικό εργοστάσιο μεταξύ αφεντικών και εργατών αναμίχθηκε η δράση πάνω στη δημόσια εξουσία, και η σύγκρουση-συνάντηση ανάμεσα σε πολιτικές οντότητες που αργότερα είχε ζωηρό αντίκτυπο μέσα στις αίθουσες της βουλής και εν συνεχεία στην κορυφή των θεσμών. Απ’ αυτή τη συνύφανση προπαγάνδας και δράσης ερχόταν και μια πυκνή, ρωμαλέα επαλήθευση της γραμμής πάνω στο πεδίο της μάχης, η οποία εξαπέλυε και δριμύτατες διαδηλώσεις, που δέχονταν σκληρότατη, άγρια καταστολή από την αστυνομία του Σέλμπα. Πόσους νεκρούς δολοφονημένους από την αστυνομία αναγκαστήκαμε να κλάψουμε σ’ εκείνα τα σκληρότατα χρόνια, πόσο μεγάλο αντίτιμο σε ανθρώπινες ζωές πληρώσαμε…
Στο επόμενο φύλλο η συνέχεια της συνέντευξης